Μια «δεμένη» υπόθεση οδεύει σε φιάσκο…
Δικαστική εμπλοκή με τις μίζες για τα ορθοπεδικά της Depuy
Του Τασου Tελλογλου

H υπόθεση προμηνυόταν ότι θα μπορούσε να εξελιχθεί στην πρώτη δικαστική αποτίμηση της σχέσης μιας μεγάλης πολυεθνικής εταιρείας προμήθειας ιατροτεχνολογικού υλικού με τους γιατρούς των νοσοκομείων του ΕΣΥ. Η απόφαση του Λονδίνου για τον Βρετανό υπήκοο, που έδινε εντολή για «προμήθειες» στους γιατρούς πριν από 16 μήνες, ήταν καταδικαστική, οι αποφάσεις του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης για τη μητρική εταιρεία Johnson & Johnson επίσης. Τα στοιχεία, που είχαν παραδοθεί στο πλαίσιο της δικαστικής συνδρομής στο Εφετείο Αθηνών, χαρακτηρίζονταν συντριπτικά, και η «δουλειά» του ΣΔΟΕ από τις αρχές του 2010 για την ανάλυση των χρηματοροών, επίσης, κρινόταν από την εισαγγελία επαρκής.

Κι όμως οι δικαστές του Γ΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας, Κωνσταντίνα Χαλικιά, Κωνσταντίνος Δεμέστιχας και Νικόλαος Αντωνόπουλος, που βρέθηκαν στην έδρα για να δικάσουν τον ορθοπεδικό Π.Σ., τον πρώτο από τους συνολικά 21, που κατηγορούνται ότι ελάμβαναν «δώρα», στις 26 Ιουλίου 2011, βρέθηκαν μπροστά σε άλυτα προβλήματα εξαιτίας της πλημμελούς ανακριτικής έρευνας και αναγκάστηκαν -για να μη θέσουν στο αρχείο μία υπόθεση που από την ηγεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης είχε χαρακτηριστεί σημαντική υπόθεση διαφθοράς- να αναβάλουν τη δίκη ζητώντας την προσκόμιση επιπλέον «κρεισσόνων» αποδείξεων, που έπρεπε να έχουν συγκεντρωθεί από την ανάκριση. Ο γιατρός κατηγορείται ότι έλαβε από την εταιρεία Depuy για 15 χειρουργικές επεμβάσεις, που πραγματοποίησε από τις 10-5-2006 έως τις 7-7-2008, το 20% της αξίας των υλικών που χρησιμοποιούσε σε κάθε επέμβαση, ήτοι 1.267 ευρώ σε συνολική αξία υλικού 6.338 ευρώ.

Ούτε βιβλία ούτε μάρτυρες

Κατ’ αρχήν στα έγγραφα των ξένων αρχών φαίνεται ότι η πρακτική αυτή ακολουθείτο από τον Ελληνα εκπρόσωπο της Depuy και την εταιρεία του Medec έως το 2004, αφού στη συνέχεια οι σχέσεις των δύο πλευρών διερράγησαν, επειδή οι Αμερικανοί υποπτεύονταν ότι ο Ελληνας αντιπρόσωπός τους «έβαζε στην τσέπη του χρήματα», τα οποία χρέωνε ως… χρηματισμούς ιατρών. Η πρώτη επέμβαση που «χρεώνει» το κατηγορητήριο στον ορθοπεδικό Π.Σ. έγινε στις 31 Μαΐου του 2006, επειδή το νοσοκομείο του βεβαίωσε την εισαγγελέα ότι η συγκεκριμένη επέμβαση έγινε με υλικό της Depuy. Ο διοικητής του νοσοκομείου είχε βεβαιώσει την εφέτη ανακρίτρια κ. Α. Ζαΐρη, στις 29 Σεπτεμβρίου του 2010, ότι σε μία σειρά χειρουργείων είχαν χρησιμοποιηθεί τα επίμαχα υλικά της εταιρείας, η οποία δωροδοκούσε. Φαίνεται όμως ότι ούτε τα βιβλία χειρουργείων ζητήθηκε να προσκομισθούν, ούτε μάρτυρες εξετάσθηκαν, άτομα τόσο από το προσωπικό του νοσοκομείου όσο και από τους ασθενείς που υποβλήθηκαν στις επεμβάσεις.

Mε νεότερο έγγραφό του, ωστόσο, ο διοικητής του ίδιου νοσοκομείου παραδέχεται ότι τέτοια υλικά χρησιμοποιούνταν έως το 2004 και ο ίδιος «ενδιάμεσος» μετά τη χρονιά αυτή τροφοδοτούσε με υλικά άλλων εταιρειών, τις οποίες εκπροσωπούσε, το «Αττικόν». Τα προϊόντα της Depuy που χρησιμοποιούσε ήταν «γενικής φύσεως χειρουργικά εργαλεία» και όχι αναλώσιμα, όπως ράμματα, μαχαιρίδια, γάντια τα οποία φυλάσσονται ως παρακαταθήκη σε όλα τα νοσοκομεία του ΕΣΥ.

Οι εκπρόσωποι του κατηγορουμένου ορθοπεδικού απέδειξαν ότι σε δύο από τις 15 επεμβάσεις ο κατηγορούμενος δεν είχε λάβει μέρος, διότι τη μία φορά ήταν Πάσχα (8/4/2007), ενώ την άλλη (10/7/2008) το χειρουργείο δεν έγινε.

Η δίκη τελικά αναβλήθηκε για τον Οκτώβριο του 2011, όπως συνέβη με μία ακόμα δίκη ορθοπεδικού στην Αθήνα, η οποία δεν άρχισε καν. Αντίθετα σε μία περίπτωση στην Πάτρα η ανάκριση συνεχίζεται. Ποινικά η υπόθεση έχει μικρή αξία, καθώς η τιμή των εμφυτεύσιμων υλικών καθοριζόταν κεντρικά από το ελληνικό δημόσιο σε όφελος των εταιρειών. Αντίθετα, φορολογικά η υπόθεση έχει μεγαλύτερη σημασία, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ» η έρευνα του ΣΔΟΕ αναμένεται να καταλογίσει πρόστιμα 7-8 εκατ. ευρώ στις εταιρείες Medec και Depuy για την έκδοση εικονικών τιμολογίων, μέσω των οποίων «νομιμοποιούνταν» οι καταβολές μιζών αξίας άνω των 4 εκατομμυρίων ευρώ στο διάστημα από το 1999 έως το 2004.

Ας σημειωθεί ότι έως σήμερα δεν έχουν απαγγελθεί κατηγορίες κατά των Ελλήνων μεσαζόντων της Depuy και των συνεργατών τους.
ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Comments are closed.