===Απαρέσκεια = Η εκδήλωση δυσαρέσκειας….
===Απαρέσκεια
===Από την Live-Pedia.gr
 ===Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

 ===απαρέσκεια η (ουσιαστικό) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :‹ από + αρέσκεια ‹ άρεσκος = ευχάριστος]

    1. το να μην είναι κάτι αρεστό, να μην είναι ευχάριστο: «τα λόγια του μου γέννησαν απαρέσκεια» συνώνυμα: δυσαρέσκεια, δυσανασχέτηση αντίθετα: ευχαρίστηση, ευαρέσκεια
    2. η εκδήλωση δυσαρέσκειας, η αποδοκιμασία: «δε δίστασε να δείξει την απαρέσκειά του σε ό,τι του είπα».
Στάλθηκε από Γιώργο Δημόπουλο

Απάντηση