Εικόνα εγκατάλειψης και άναρχης δόμησης παρουσιάζει το ιστορικό κέντρο της Φλώρινας. Δεκάδες κτίσματα του 19ου αιώνα είναι υπό κατάρρευση και πολυώροφες πολυκατοικίες αμφιβόλου αισθητικής «σφηνώνονται» ανάμεσά τους.
Τα παραπάνω διαπιστώνουν οι αρχιτέκτονες Σοφοκλής Κωτσόπουλος, Ειρήνη Τζηρίνη και Ευθαλία Τσαπάνου- Κωτσοπούλου σε έρευνα που διενήργησαν στην περιοχή και θα παρουσιάσουν στο συνέδριο «Δημόσιος χώρος αναζητείται», υπό τον τίτλο «Ιστορικό κέντρο Φλώρινας και εγκαταλελειμμένα μνημειακά τοπόσημα στο ποτάμι. Ανάγνωση και επαναπροσδιορισμός μνημείων και δημόσιου χώρου».
Η συνοικία Βαρόσι στο ιστορικό κέντρο της Φλώρινας ήταν κατά το 19ο αιώνα το ζωτικότερο και πλέον εμπορικό κομμάτι της πόλης. Σήμερα, η περιοχή δεν θυμίζει τίποτα από την αλλοτινή της δόξα. «Είναι ένα ιστορικό κέντρο που πάσχει. Αποτελεί ένα συνονθύλευμα από παλιά κτίρια, τα περισσότερα εγκαταλειμμένα, και πολυκατοικίες αμφιβόλου αισθητικής. Επίσης, το ιστορικό κέντρο δεν έχει συγκεκριμένο λειτουργικό χαρακτήρα σε κτίρια και ελεύθερους χώρους, είναι αφημένο στην τύχη του και την εργολαβική εξέλιξη», παρατηρεί ο Σοφοκλής Κωτσόπουλος.
Όπως προσθέτει ο ίδιος, χαρακτηριστικό της εγκατάλειψης είναι το γεγονός ότι το ιστορικό κέντρο, ως τμήμα του κέντρου της Φλώρινας, έχει τον υψηλότερο συντελεστή δόμησης. «Η ανακήρυξη από το υπουργείο Πολιτισμού της περιοχής σε ιστορικό τόπο έγινε χωρίς να καθοριστούν περιορισμοί στη δόμηση ή απαγορεύσεις για τις ανεγειρόμενες οικοδομές», εξηγεί ο κ. Κωτσόπουλος.
Η έρευνα των τριών αρχιτεκτόνων περιλαμβάνει μια πρόταση εξυγίανσης της συνοικίας Βαρόσι, με αρχιτεκτονική παρέμβαση σε ένα τμήμα αυτής επί του παραποτάμιου άξονα. «Είθισται τα ιστορικά κέντρα των σύγχρονων ελληνικών πόλεων να αποτελούν αυτόνομες αστικές ενότητες, αποκομμένες από τη δράση και τις εξελίξεις του υπόλοιπου ιστού, λειτουργώντας ως αξιοθέατα ή ως ψυχαγωγικά μεγακέντρα. Η πρότασή μας αποσκοπεί στο ακριβώς αντίθετο, να φέρει το δημόσιο χώρο, όχι απλά δίπλα στον ιστορικό ιστό, αλλά να τον εισάγει ως μορφή και ως λειτουργία μέσα στα ίδια τα μνημεία», τονίζουν οι ερευνητές.
Το εξεταζόμενο τμήμα οριοθετείται από δύο σημαντικά, αλλά εγκαταλειμμένα και ερειπωμένα μνημεία της πόλης, τον οθωμανικό Κουλέ, που ήταν χτισμένος σε επαφή με μεγάλη κατοικία του 19ου αιώνα και πιθανότατα αποτελούσε τμήμα της ίδιας ιδιοκτησίας, και τη μακεδονίτικη κατοικία γνωστή ως «του Καϊμακάμη». Και τα δύο μνημεία βρίσκονται εκατέρωθεν του ποταμού Σακουλέβα.
Τα δύο κτίρια είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την ιστορία και την αρχιτεκτονική της πόλης, καθώς ο Κουλές αποτελεί το ένα από τα μόλις τρία σωζόμενα οθωμανικά κτίρια και η κατοικία του Τούρκου διοικητή αποτέλεσε σύμβολο του Μακεδονικού Αγώνα και της επαναστατικής δράσης των Φλωρινιωτών, μετά την ξαφνική αρπαγή του από τον Μακεδονομάχο Ναούμη το 1880. Δυστυχώς, σήμερα, και τα δύο εμφανίζουν εικόνα εγκατάλειψης. Ο Κουλές είναι μισογκρεμισμένος, ενώ στην κατοικία του Καϊμακάμη έχει καταστραφεί ολόκληρος ο όροφος.
Οι τρεις αρχιτέκτονες προτείνουν την αποκατάσταση των δύο μνημείων και την κατασκευή διαγώνιας γέφυρας, που θα ενώνει τα δύο μνημεία και θα αποτελεί σημείο αναφοράς πολιτιστικών δράσεων στην περιοχή (εικαστικών εκθέσεων και συναυλιών). Επίσης, προτείνεται το μνημείο του Καϊμακάμη να στεγάσει Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα. Στόχος είναι η όλη περιοχή να αποτελέσει τόπο δράσης των καλλιτεχνών της πόλης.
«Δημιουργείται έτσι μια ανοιχτή περιοχή διαφόρων αλλά συμβατών χρήσεων, περιοχή έκφρασης, συνάντησης και περιπλάνησης στην καρδιά του ιστορικού κέντρου, στο γραφικότερο και χαρακτηριστικότερο τμήμα της πόλης, το οποίο σήμερα παραμένει ουσιαστικά ανενεργό. Δημιουργείται ένας χώρος πληθώρας εφήμερων και πολυσυλλεκτικών δραστηριοτήτων που προκαλεί».

ΠΗΓΗ: e-florina.gr

Απάντηση