=== ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΗΚΩ ΚΑΙ ΚΟΙΤΑΞΕ ΤΟΥΣ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ
  === Κάποια στιγμή θα δεις ξανά να κάνουν παρελάσεις
  === Μεγάλοι, γίγαντες, τρανοί, ξανά σε επελάσεις
  === με φουσκωμένο το λειρί σαν κόκορες σε μάχη
  === με τα σπαθάκια τα κοντά, και ο καθένας να’χει
  === χίλια παράσημα χρυσά στο κορδωμένο στήθος
  === παπάδες από μια γωνιά θα σου μιλούν για ήθος
  === στο βάθος θα παρατηρείς τα τανκς και τα κανόνια
  === και όλοι θα σου υπόσχονται ”Πατρίς, Θρησκεία αιωνία”
  === και μια οικογένεια, μάλλον φτωχοντυμένη
  === που σημαιούλες θα κρατά, θα στέκεται θλιμμένη
  === θα τραγουδάει ξέπνοα τους ύμνους της πατρίδος
  === θα είναι πλέον σπάνιο, σεμνότητας το είδος
  === Σ’ αυτή την χώρα των τρανών, την χώρα των κρεμάλων
  === δεν θ’ απομείνει στεναγμός, η χώρος για τον άλλον
  === θάλασσα από παράσημα και κορδωμένα στήθη
  === και οι αλαλαγμοί χαράς από αλλότρια στίφη
  === δεν θ’ απομείνει ακρογιαλιά χωρίς κραυγές-κρεμάλες
  === χωρίς ”θα σας ξεσκίσουμε και σας παλιοκουφάλες…”
  Νοσφεράτος —- 27 Οκτωβρίου 2011 3:14 μ.μ.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ  Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια 2

============

ΟΚΤΟΠΟΥΣ, Η ΓΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΝΤΕΡΓΚΡΑΟΥΝΤ
Tέως Μπόμπορο-Μπόμπο
~0~
  === Τέλος καλοκαιριού του 1974. Ερχόμενος στην Ελλάδα, μετά από αρκετά χρόνια παραμονής μου σε διάφορες χώρες του κόσμου, κυρίως της κεντροδυτικής Ευρώπης, διαπίστωσα ότι η χούντα είχε αποσυντεθεί και είχε λιώσει σαν βρικόλακας και οι κάτοικοι αυτής της χώρας ζούσαν μέσα σ’ ένα συνεχές παραλήρημα μέθης και ευωχίας, σε μια διαρκή γιορτή ελευθερίας.  Μολονότι δεν γνώριζα σχεδόν κανέναν όλα μου φαίνονταν οικεία. Όλοι βρίσκονταν έξω στους δρόμους και παντού στήνονταν πηγαδάκια συζητήσεων. Ο κόσμος είχε ανάγκη να μιλήσει, να διώξει το κακό όνειρο και το φόβο. Μετά από το ζόφο των επτά χρόνων δικτατορίας, μέσα σε συνθήκες ελευθερίας πλέον, οι άνθρωποι δίψαγαν ν’ ανακτήσουν το χαμένο χρόνο, κυκλοφορούσαν ιδέες κι όλα φάνταζαν εφικτά, δυνατά, πραγματοποιήσιμα. Οι κάτοικοι αυτής της χώρας –το ’βλεπες- ένιωθαν ξαλαφρωμένοι, ανάεροι, ανοιχτοί σε κάθε καινούργια ιδέα, όλα ήταν πρωτόγνωρα, πρωτόφαντα, πρωτάκουστα. Βγαίναμε έξω και γνωρίζαμε κάθε βράδυ νέους ανθρώπους. Ήταν λίγο σαν να ξαναανακαλύπτανε τον κόσμο, όλα όσα ήταν απαγορευμένα τώρα πλέον επιτρέπονταν…
  === Το βιβλιοπωλείο Οκτόπους το άνοιξα λίγο μετά την επιστροφή μου. Το μήνα Νοέμβρη βρήκα ένα πολύ ωραίο ακατοίκητο διώροφο νεοκλασικό και στο ημιυπόγειο έγινε το βιβλιοπωλείο, αφού πρώτα το έβαψα μαύρο απ’ έξω και μέσα θαλασσί. Μια μέρα, ο υδραυλικός της γειτονιάς που έκανε κάποιες εργασίες στο βιβλιοπωλείο μού είπε την ιστορία του ακατοίκητου κτιρίου. Στο χώρο που τώρα είχα νοικιάσει, χρόνια πριν, ήταν το «σπίτι» της Ζιζής κι εκεί που τώρα είχα βάλει το γραφείο μου
ήταν το κρεβάτι όπου δεχόταν τους πελάτες της, από κάτω έκρυβε το δοχείο νυκτός για τις πλύσεις των πελατών με περμαγκανάντ μετά την πράξη, μαζί και το απαραίτητο πουάρ για τις κολπικές πλύσεις. Η Ζιζή ήταν από «καθώς πρέπει» σπίτι αλλά τα είχε μπλέξει μ’ ένα σκληρό αγαπητικό που τη σπίτωσε. Κάποτε, η μάνα του κοριτσιού, που ’χε φάει τον κόσμο να την εύρει, εμφανίστηκε στο μπορντέλο κι έπεσε στα πόδια της Ζιζής για να την πείσει να επιστρέψει στο σπίτι. Εκείνη την ώρα μπήκε ο προστάτης κι όταν άκουσε από τη Ζιζή ότι φεύγει, έβγαλε το κουμπούρι του και της την άναψε. Η Ζιζή στο χώμα και κείνος στη στενή. Το σπίτι έκτοτε παρέμεινε ακατοίκητο και καταραμένο.
  === Στο αναμεταξύ οι εκδότες είχαν ανοίξει τις κρυφές αποθήκες όπου είχαν καταχωνιασμένα τα απαγορευμένα στη διάρκεια της χούντας βιβλία και τα έβγαλαν στην αγορά, ενώ παράλληλα τυπώνονταν και ανατυπώνονταν βιβλία με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, αλλά σε κάκιστες στην πλειονότητά τους μεταφράσεις. Γίνονταν ακόμη και ουρές για βιβλία που μόλις είχαν κυκλοφορήσει….. ….. ….. ….. ….. 
ΣΥΝΕΧΕΙΑ Τέος Ρόμβος – “ΟΚΤΟΠΟΥΣ, Η ΓΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ

ΠΟΛΛΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΤΗ ΤΡΥΠΑ, ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΕΡΙ ΟΠΗΣ

Απάντηση