ΓΕΡΜΑΝΙΚΕΣ ΘΗΡΙΟΔΙΕΣ  — Λίγες ώρες πριν την επίσκεψη του Προέδρου της Γερμανίας στους Λιγκιάδες, ένα από τα χωριά της Ηπείρου που μαρτύρησαν από τα ναζιστικά στρατεύματα…. Θρήνησε δεκάδες θύματα…. Μέτρησε πληγές… Κι ακόμη οι μνήμες πονάνε…

  — Προσκύνημα σε ένα τόπο που δεν ξεχνά και δεν έπαψε να βουρκώνει…
  — Την ώρα που το Βερολίνο διαμηνύει ότι το θέμα των πολεμικών αποζημιώσεων έχει κλείσει, είναι πράγματι αποκαλυπτικά όσα καταθέτει στο tvxs.gr και σε συνέντευξή του στην Αγγελική Δημοπούλου, ο Κριστόφ Σμινκ Γκουστάβους, Γερμανός και καθηγητής Ιστορίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Βρέμης.
  — Ο άνθρωπος που έμαθε ελληνικά για να καταγράψει τις θηριωδίες της Βέρμαχτ στην περιοχή της Ηπείρου μιλάει για τις έρευνές του στην Ελλάδα, τις συγκλονιστικές μαρτυρίες που συγκέντρωσε, την αποσιώπηση των ναζιστικών εγκλημάτων, το κατοχικό δάνειο, τις δίκες που δεν έγιναν και τις πολεμικές αποζημιώσεις που δεν δόθηκαν.
  — Πότε και γιατί ξεκινήσατε την έρευνά σας στην Ήπειρο;
Γεννήθηκα το 1942. Από το 1974 είμαι καθηγητής της Ιστορίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Βρέμης. Είχα έναν πολύ καλό φοιτητή Έλληνα. Είχε προβλήματα με τη γλώσσα. Τον βοήθησα ώστε να καταφέρει να πάρει το δίπλωμά του. Εκείνος για να με ευχαριστήσει με κάλεσε στο χωριό του. Στα Κάτω Πεδινά της Ηπείρου. Είναι ένα χωριό κοντά στα Γιάννενα. Τότε δεν ήξερα ούτε μια λέξη στα Ελληνικά. Είχα κάνει όμως επτά χρόνια αρχαία Ελληνικά στο σχολείο και μπορούσα να διαβάζω τουλάχιστον τις ταμπέλες στις οδούς. Αυτός μου διηγήθηκε για πρώτη φορά ιστορίες που είχε ακούσει ο ίδιος από τους προγόνους του και τους γέροντες του χωριού για το τι έγινε στην περιοχή κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.
  — Μέχρι τότε δεν γνωρίζατε τι είχε συμβεί;
  — Δεν ήξερα τίποτα. Ούτε καν ότι η Βέρμαχτ ήταν στα Βαλκάνια. Το θέμα ήταν άγνωστο στην κοινή γνώμη της Γερμανίας. Έτσι ξεκίνησε το ενδιαφέρον μου να μάθω περισσότερα. Έμαθα Ελληνικά και τελικά το 1988 – δηλαδή περίπου δέκα χρόνια μετά – πήρα άδεια από το Πανεπιστήμιο για τρία χρόνια, άνευ αποδοχών, προκειμένου να έρθω στην Ελλάδα, να κάνω έρευνα και να μαζέψω προφορικές ιστορίες για τα όσα διαδραματίστηκαν στην Ήπειρο. Κατάφερα να μαζέψω πάρα πολλές μαρτυρίες και συνεντεύξεις ανθρώπων που μου μίλησαν για τα φριχτά χρόνια της Κατοχής. Η Βέρμαχτ χρησιμοποιούσε τα λεγόμενα αντίποινα και κατέστρεψε ολόκληρα χωριά σκοτώνοντας άοπλο πληθυσμό. Γυναίκες, γέροντες, παιδιά, ακόμη και μωρά. Τις μαρτυρίες τις μάζεψα σε κασέτες και με τη βοήθεια ενός φίλου από τα Γιάννενα τις μετέφερα σε γραπτό λόγο.
  — Ποιος ήταν ο στόχος σας;
Να δημοσιεύσω στη Γερμανία βιβλία γι’ αυτό το θέμα που ήταν άγνωστο στους περισσότερους. Ακόμη και στους ιστορικούς. Ήταν θέμα εκτός γερμανικής ιστοριογραφίας. Σκεφτείτε ότι υπήρξαν ιστορικοί που μου είπαν ότι το υλικό μου δεν έχει βαρύτητα. Ότι εκείνους σαν ιστορικούς τους ενδιαφέρουν τα ντοκουμέντα από τα επίσημα αρχεία κι όχι η προφορική ιστορία. Απίστευτα πράγματα. Αυτές οι μαρτυρίες για μένα ήταν σπουδαίες. Συγκέντρωσα πολλά στοιχεία. Πολλές φορές κι αντίθετα μεταξύ τους. Κατάλαβα ότι πρέπει να ελέγξω και τα ντοκουμέντα της Βέρμαχτ. Οι επίσημοι ιστορικοί υποστήριζαν ότι οι προφορικές μαρτυρίες του κόσμου δεν ισχύουν. Ότι είναι ψέματα. Έψαξα λοιπόν και βρήκα τα επίσημα ψέματα στα ντοκουμέντα της Βέρμαχτ.
  — Όταν λέτε επίσημα ψέματα;
Όταν γίνονταν για παράδειγμα αντίποινα εναντίον ενός χωριού και σκοτωνόταν άοπλος πληθυσμός, γυναίκες και παιδιά, έγραφαν ότι επρόκειτο περί στρατιωτικής επιχείρησης και ότι οι νεκροί ήταν αντάρτες που κρύφτηκαν στο χωριό. Η αλήθεια ήταν ακριβώς αντίθετη. Μάζευαν τον κόσμο στις πλατείες, τους έσπρωχναν στα κελάρια των σπιτιών και τους θέριζαν. Στη Βιάννο έγραφαν στα αρχεία της Βέρμαχτ ότι οι κάτοικοι σκοτώθηκαν ενώ προσπαθούσαν να διαφύγουν κατά τη διάρκεια των πυροβολισμών. Τέτοιες αναφορές έκαναν πάντα. Συνήθως έκαναν λόγο για υποστήριξη των χωριανών στους αντάρτες ή για απευθείας μάχη με τους αντάρτες, δηλαδή στρατιωτική επιχείρηση. Δεν ήταν έτσι. Ήξεραν όμως ότι τα όσα έκαναν ήταν εγκλήματα πολέμου και κατασκεύαζαν δικαιολογίες για να μην κατηγορηθούν στο μέλλον.
  — Τι ανακαλύψατε στις έρευνές σας;
Έκανα έρευνα για δυο χωριά. Το πρώτο είναι οι Ασπράγγελοι στην Ήπειρο. Στους Ασπράγγελους δεν υπήρξαν πολλά θύματα γιατί οι κάτοικοι κατάλαβαν εγκαίρως ότι θα δεχτούν επίθεση (σ.σ. το χωριό αυτό πυρπολήθηκε από το ναζιστικό στρατό), έφυγαν από το χωριό και κρύφτηκαν στα δάση. Έζησαν εκεί στο δάσος, στο κρύο και στη βροχή. Έτσι επιβίωσαν. Το άλλο χωριό είναι οι Λιγκιάδες Ιωαννίνων. Όταν σκοτώθηκε ο συνταγματάρχης Γιόζεφ Ζάλμινγκερ τα ναζιστικά στρατεύματα για αντίποινα ξεκλήρισαν και έκαψαν το χωριό (σ.σ. Ο Ζάλινγκερ ήταν επικεφαλής της σφαγής του Κομμένου και σκοτώθηκε σε ενέδρα ανταρτών). Το διάλεξαν γιατί ήταν ψηλά στο βουνό και γι’ αυτό ορατό σε μεγάλη απόσταση. Όταν έβαλαν φωτιά οι μαύροι καπνοί φαίνονταν παντού για χιλιόμετρα. Ήθελαν να δει όλος ο κόσμος της καταστροφή, να φοβηθεί και να σκεφτεί «δεν μπορούμε να τα βάλουμε με τους Γερμανούς. Πρέπει να υπακούμε σε αυτά που λένε».
  — Βρήκατε επιζώντες από την επίθεση;
Μετά από πολλές περιπέτειες βρήκα έξι επιζώντες. Ο πρώτος ήταν ο δάσκαλος του χωριού. Η κόρη του Παρασκευή εννέα χρονών τον ξύπνησε ειδοποιώντας τον ότι έρχεται ο γερμανικός στρατός. Σηκώθηκε, έτρεξε στο βουνό και σώθηκε. Τα τέσσερα παιδιά και ο πατέρας του δεν πρόλαβαν και δολοφονήθηκαν στο κελάρι του σπιτιού. Μου σύστησε κι άλλους επιζώντες. Μεταξύ τους δυο γυναίκες την Ελένη Χολέβα ήδη 80 χρονών όταν της μίλησα και την Αναστασία Φούκα επίσης ηλικιωμένη αλλά αρκετά νεώτερη. Ήταν 14 όταν έγινε η καταστροφή. Οι Γερμανοί έσπρωχναν τις οικογένειες στο κελάρι και τις θέριζαν. Εκείνες πέφτοντας κάτω μέσα στον ορυμαγδό σώθηκαν. Σηκώθηκαν μέσα στα αίματα και κατάφεραν την τελευταία στιγμή να ξεφύγουν καθώς οι Γερμανοί έβαζαν φωτιά στα σπίτια μετά τις εκτελέσεις. Ένας ακόμη επιζώντας ο Παναγιώτης Μπαμπούσικας ο οποίος ζει ακόμη. Το 1943 ήταν μωρό μόλις 11 μηνών. Το βρήκαν την επόμενη νύχτα της επίθεσης οι αντάρτες να θηλάζει τη σκοτωμένη μάνα του. Πέρασαν από τα ερείπια του χωριού και άκουσαν το κλάμα του. Το πήγαν σε ένα νοσοκομείο των ανταρτών κι έτσι σώθηκε. Τον βρήκα στην Ελευσίνα. Στην αρχή θυμάμαι μου είπε: «τι να σου πω, μωρό ήμουν, δεν έχω αναμνήσεις». Ξαφνικά όμως μου γυρίζει την πλάτη, σηκώνει το μπουφάν και μου δείχνει ένα σημάδι από τραύμα περίπου 30 πόντους. Το σημάδι ήταν από ξιφολόγχη. Προσπάθησαν να σκοτώσουν ακόμη και το μωρό στην αγκαλιά της μητέρας του. Επέζησε εκ θαύματος.
Όλες αυτές τις μαρτυρίες τις μάζεψα σε ένα βιβλίο. Ογκώδες βιβλίο. Περίπου 500 σελίδες. Δεν βρήκα εκδότη στη Γερμανία. Μου έλεγαν ότι είναι θέμα που δεν έχει αγορά στη Γερμανία. Ότι είναι θέμα που αφορά την Ελλάδα. Τότε βρήκα έναν εκδότη στην Ελλάδα. Τον γιο του Γιάννη Βαρδαλούκα. Τότε που ήμουν στα Γιάννενα ήταν παιδί δέκα χρονών. Έχει τις εκδόσεις Isnafi. Αυτός μου είπε: «είναι αδύνατον να μην εκδοθεί αυτή η δουλειά». «Κόψαμε» λοιπόν το βιβλίο σε τρεις τόμους και δημιουργήθηκε η τριλογία Μνήμες Κατοχής. Αργότερα πια κατάφερε να βρω εκδόσεις και στη Γερμανία. Κατάφερα να τους πείσω. Μάλιστα το τρίτο μέρος της τριλογίας το παρουσιάσαμε στις 3 Οκτωβρίου 2013. Την ημέρα εκείνη έκλειναν 70 χρόνια από τη σφαγή των Λυγκιάδων. Και την ίδια ημέρα είναι η επέτειος επανένωσης της Γερμανίας. Διαλέξαμε αυτή την ημερομηνία για να καταλάβει ο κόσμος γιατί διασπάστηκε η Γερμανία και πέρασαν τόσα χρόνια για την επανένωση. Τι προηγήθηκε; Πόλεμος, σφαγές και εγκλήματα πολέμου. Το βιβλίο έχει παρουσιαστεί ήδη σε αρκετές πόλεις της Γερμανίας και θα το παρουσιάσω και σε άλλες. Είναι ένα θέμα που με απασχολεί ιδιαίτερα γιατί αυτά τα εγκλήματα πολέμου έχουν σχέση με τις επανορθώσεις που δεν έγιναν, τις δίκες που δεν έγιναν και τις αποζημιώσεις που δεν δόθηκαν.
  — Έγιναν καταθέσεις, ανακρίσεις στη Γερμανία για τα εγκλήματα του ναζιστικού στρατού;
Το 1945-1946 έγιναν έρευνες στην Ελλάδα και οι επιζώντες κατέθεσαν για τα ναζιστικά εγκλήματα. Με τον εμφύλιο δυστυχώς όλα χάθηκαν, γύρισαν στο μηδέν. Ωστόσο, το 1960 οι καταθέσεις των Ελλήνων μαρτύρων στάλθηκαν στη Γερμανία μέσω πρεσβείας. Βρήκα αυτό το υλικό στα πρακτικά του Μονάχου όπου έγιναν ανακρίσεις για στρατηγούς της Βέρμαχτ που έδρασαν στην Ελλάδα. Υπήρχε λοιπόν υλικό με τις καταθέσεις των μαρτύρων που επέζησαν της καταστροφής. Στην Ελλάδα το υλικό αυτό καταστράφηκε. Στο αρχείο του Μονάχου βρίσκονται τα αντίγραφα. Όχι για όλες τις υποθέσεις αλλά για αρκετές που αφορούν την Ήπειρο. Τα έγγραφα είναι πάντως σε άσχημη κατάσταση. Είναι φωτοαντίγραφα κακής ποιότητας αλλά είναι τα μοναδικά που υπάρχουν τώρα. Και τους το είπα στο Αρχείο του Μονάχου: αυτά τα πρακτικά που τα κατέστρεψαν στην Ελλάδα πρέπει να σωθούν. Δεν έχει σημασία που είναι αντίγραφα. Είναι πρωτότυπο υλικό. Διαβάζεται βέβαια δύσκολα γιατί είναι στην καθαρεύουσα και χωρίς την βοήθεια Ελλήνων δεν θα μπορούσα να το χρησιμοποιήσω.
  — Τι βρήκατε εκεί;
Μεταξύ άλλων βρήκα την κατάθεση του Σιαφάκα. Ήταν ο πρόεδρος των Λιγκιάδων. Κατέθεσε όλα τα ονόματα των θυμάτων του χωριού. Βρήκα επίσης την κατάθεση του Ιωάννη Νούσια. Το σπίτι του είχε επιταχθεί και ζούσε σε αυτό ένας Γερμανός αξιωματικός. Ο αξιωματικός αυτός – Κάρολος ο «καλός» τον έλεγαν – δεν συμμετείχε ποτέ στα εγκλήματα. Έλεγε: «αύριο οι Λιγκιάδες καπούτ» κι εκείνος έκανε τον άρρωστο. Ήξερε ότι αυτά ήταν εγκλήματα εναντίον άοπλων και θα μπορούσε να κατηγορηθεί ως εγκληματίας πολέμου. Αυτή τη μαρτυρία τη βρήκα στο Αρχείο του Μονάχου. Βρήκα επίσης την κατάθεση του Πουλμέντη, που ήταν καθηγητής στο Λύκειο των Ιωαννίνων και διερμηνέας των Γερμανών. Πρόκειται για υλικό που αν το χρησιμοποιούσαν νωρίτερα ή πιο σοβαρά θα ήταν αρκετό για να γίνουν δίκες.
  — Γιατί δεν έγιναν;
Στη δυτική Γερμανία πάρα πολύ δικαστές είχαν ναζιστικό παρελθόν. Είχαν αρχίσει την καριέρα τους πριν το 1945. Πριν την κατάρρευση του ναζισμού. Είχαν μεγάλη κατανόηση. Δεν ήταν όλοι ναζί αλλά είχαν υπηρετήσει κι αυτοί σαν στρατιώτες και ήθελαν να κλείσουν την υπόθεση. Έτσι τα εγκλήματα έμπαιναν στο αρχείο και δεν γινόταν τίποτα. Νομίζω χρειαζόταν μια νέα γενιά που θα έπαιρνε στα σοβαρά αυτά τα θέματα.
  — Είπατε πριν ότι η κοινή γνώμη της Γερμανίας δεν γνώριζε. Δηλαδή στη γερμανική ιστορία υπάρχουν θολά σημεία αναφορικά με τα ναζιστικά εγκλήματα;
Δεν μπορούμε να πούμε κάτι τέτοιο. Υπήρχαν πάντα άνθρωποι που πήραν πολύ σοβαρά τα θέματα αυτά. Επιρροή είχε βέβαια και ο ψυχρός πόλεμος. Υπήρχε όμως και μια νοοτροπία – όπως λέει και ένας διάσημος φιλόσοφος της Γερμανίας που παραλίγο να τον σκοτώσουν οι ναζί μετά τον πόλεμο – «ότι οι Γερμανοί υποφέρουμε τόσο που χρειαζόμαστε παρηγοριά». Μετά τον πόλεμο η Γερμανία ήταν εντελώς κατεστραμμένη. Η δική μου πόλη η Φρανκφούρτη ήταν ισοπεδωμένη από τους βομβαρδισμούς. Υπήρχαν βέβαια και πολλά άοπλα θύματα αλλά και πολλούς στρατιώτες που δεν είχαν γυρίσει από τον πόλεμο. Πολλοί Γερμανοί λοιπόν ήθελαν να αφήσουν πίσω τους το θέμα του πολέμου. Ήταν τόσο θλιβερό που δεν ήθελαν να μαθαίνουν. Την ίδια νοοτροπία είχε και η μητέρα μου. Δεν ήταν υποστηρίκτρια των ναζί, το αντίθετο. Δεν ήταν βέβαια αντιστασιακή αλλά ήταν αντίθεση στη ναζιστική ιδεολογία. Όταν όμως άρχισα να ασχολούμαι με το θέμα μου είπε: «πως αντέχεις; Αν τα είχες ζήσει τότε δεν θα ήθελες πια να ξανακούσεις τίποτα. Θα ήθελες να το κλείσεις το κεφάλαιο αυτό. Γιατί ασχολείσαι με αυτό το θέμα;». Για τα εγκλήματα πολέμου μου είπε: «ήταν τόσο άσχημα που δεν μπορείς να το φανταστείς». Όπως βλέπετε εγώ δεν την άκουσα.
Η μητέρα μου, μου διηγείται πάντα μια ιστορία. Στη Φρανκφούρτη ήταν δικηγόρος. Παρά τους βομβαρδισμούς συνέχιζε τη δουλειά της. Για να δει τα τρία παιδιά της – εγώ ήμουν ο μικρότερος – έπρεπε Παρασκευή βράδυ μετά τη δουλειά να έρθει με το τρένο σε ένα μέρος αρκετά μακριά, όπου μέναμε εμείς τα παιδιά, εκτός κινδύνου από τους βομβαρδισμούς. «Όλη την εβδομάδα περίμενα αυτή την ημέρα» μου λέει. «Μετά από μια ώρα πεζοπορίας στο δάσος από το σταθμό του τρένου έφτασα στο σπίτι που μένατε. Σε σήκωσα στην αγκαλιά μου και σε ρώτησα: Ξέρεις ποια είμαι; Η σκέψη της απάντησής σου με βοηθούσε να συνεχίσω. Κι όταν σε ρώτησα εσύ απάντησες: Η μανούλα μου».
  — Έχετε μιλήσει ποτέ, στα πλαίσια των ερευνών σας, με ναζί που διέπραξαν εγκλήματα πολέμου;
Είχα τόσο θυμό για τα όσα έκαναν οι ναζί αλλά και για το γεγονός ότι δεν ήθελαν να θυμούνται. Το είχα συναντήσει αυτό από πολύ νωρίς. Στο Λύκειο είχα έναν μαθηματικό. Μια φορά εμφανίστηκε στην τάξη με τη στολή. Χωρίς διακριτικά αλλά με τη στολή. Όταν ρώτησα: «γιατί φοράτε ακόμη αυτή τη στολή;» – ήμασταν στη δεκαετία του ’50 πια – εκείνος απάντησε «δεν έχω άλλη». Μας είπε ιστορίες για τον πόλεμο. Τι έκαναν στη Ρωσία, στην Πολωνία και μίλαγε για» τις μεγάλες επιχειρήσεις της Βέρμαχτ και τις μεγάλες νίκες που δυστυχώς δεν κατέληξαν στην τελική νίκη». Αυτή ήταν η νοοτροπία τους. Κι απέφευγα να τους μιλώ γιατί γνώριζα ότι θα ακούσω ψέματα. Από αυτούς που γύρισαν, αυτοί που μετάνιωσαν ήταν ελάχιστοι. Στους Λιγκιάδες βρήκα ένα γράμμα ενός νοσοκόμου, Γερμανού, προς τον δήμαρχο του χωριού. Το έστειλε δυο – τρία χρόνια μετά την καταστροφή. Και γράφει: «σήμερα είναι η επέτειος των αντιποίνων στους Λιγκιάδες. Θέλω να σας πω και να το μεταφέρετε στους συγχωριανούς σας πόσο πολύ έχω μετανιώσει». Ζητά συγνώμη γι’ αυτά που έγιναν και στα οποία εκείνος δεν μπόρεσε να αντιδράσει. Ο άνθρωπος αυτός ήταν θρήσκος και μετά έγινε καλόγερος. Όντας καλόγερος έγραψε αυτό το γράμμα. Και μου έκανε εντύπωση γιατί δεν βρήκα άλλους. Δεν βρήκα κάποιον που να είπε: «λυπάμαι για αυτά που κάναμε». Μετάνοια δεν υπήρχε. «Υπακούσαμε στις εντολές που μας είχαν δοθεί. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά» έλεγαν.
Πηγή: EpirusPost.gr

Αναρτήθηκε από το KAPISTRI

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *