TSOUTSOUNEROS

ΓΥΜΝΟ ΕΚΠΛΗΚΤΟ  — Κι΄ εκεί που κείτομαι στην καυτή άμμο της παραλίας, φτάνει ένα μήνυμα χωμένο μέσα σε μπουκάλι.
   — «Διώξανε το Γρηγόρη απ’ το σπίτι του«!
   — Το κοιτώ με απορία, το δείχνω στη διπλανή μου, η οποία ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα με λυμένο το πάνω μέρος του μπικίνι για να μαυρίζει ολόκληρη η πλάτη της, ταράζεται αυτή, τινάζεται σα να τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα, φωνάζοντας «διώξαν το Γρηγόρη;» και βλέπει όλη η παραλία τα βυζιά της και γίνεται το σώσε.
   — Αναβρασμός σε όλη την παραλία!!!!!!
   — Η μισή παραλία να ρωτάει… «ποιος είναι ο Γρηγόρης που έφυγε ρε παιδιά;«, η άλλη μισή γουρλωμένη να κοιτάει τα βυζιά της διπλανής… Μιλάμε για χαμό!

  — Κι όσο η διπλανή αγχωμένα προσπαθούσε να ξανακουμπώσει το σουτιέν, άρχισαν όλοι τις υποθέσεις.

  — Ποιος να ‘ναι ο Γρηγόρης που τον διώξανε απ’ το σπίτι του;

  — Άλλος σκέφτηκε πως είναι ο Γρηγόρης Αρναούτογλου και πως τον έδιωξε το Μέγκα μετά από δέκα χρόνια έμμισθης αεργίας.
  — Άλλος επέμενε πως Γρηγόρης ονομάζεται το πάνω μέρος του μπικίνι της κοπελιάς δίπλα και πως Σταμάτης ονομάζεται το κάτω, για ευνόητους λόγους…
Ενας άλλος που ήταν ξαπλωμένος πάνω σε μια ερυθρόλευκη πετσέτα τινάχτηκε ρωτώντας: «ποιος; Ο Γεωργάτος;» Του έμοιαζε με deja vu, όπως κάποιο καλοκαίρι πριν καμιά 15αριά χρόνια, όταν στην παραλία κι έμαθε πλατσουρίζοντας πως ο Γεωργάτος έφυγε από τον Γαύρο για να πάει στην Ίντερ.
Κάποια άλλη, μεσόκοπη κυρία που είχε φέρει στην παραλία μια μικρή τηλεορασούλα και το μηχάνημα της Digea μαζί, για να μη χάνει ούτε λεπτό, ρωτούσε με αγωνία: «βγάλανε το Γρηγόρη τον Πετράκο από το Fame Story;» Και δώστου κατάρες στο Θάνο Πετρέλη…
Ένας τύπος που διάβαζε τις ροζ σελίδες της Καθημερινής (όχι τα ροζ τηλέφωνα βρε πρόστυχα μυαλά, τα χρηματιστηριακά είναι οι ροζ σελίδες), κούνησε το κεφάλι του και απεφάνθη: «είδες Γρηγόρη, για να τα βάζεις με τα Έβερεστ; Κρίμα κι έφτιαχνες καλές τυρόπιτες, αλλά η ελεύθερη αγορά…» και συνέχισε να διαβαζει για την οικονομική ανάκαμψη της πατρίδας…
Ένας υπερήλικας που ζωγράφιζε στην άμμο σφυροδρέπανα σήκωσε το κεφάλι του και μονολόγησε: «Ποιον; Το Γρηγόρη το Φαράκο τον διώξανε απ’ το σπίτι του Λαού; Δεν ξέρω γιατί το κάνανε, αλλά, για να το αποφάσισαν στην Κ.Ε., δίκιο θα ‘χαν!» Και έσκυψε το κεφάλι του και συνέχισε βαριεστημένα να ζωγραφίζει σφυροδρέπανα στην άμμο…
Ένας βαρύμαγκας παρακάτω, παίζοντας το μπαγλαμαδάκι του κάτω από μια σκιά, δεν ταράχτηκε «αμ στα λεγα Γρηγόρη, εγώ. Μη μπλέκεις με τους λελέδες. Είσαι ρεμπέτης, ο Μπιθικοτσί με τ΄όνομα, πού πας στα κοσμικά;» και συνέχισε το ταξίμι του, κρατώντας τσιγάρο ανάμεσα στον παράμεσο και το μικρό δάχτυλο του δεξιού του χεριού.
Άλλος πάλι αναρωτήθηκε «μήπως λένε Γρηγόρη τον κροκόδειλο του Ρεθύμνου;» και καταφέρθηκε ενάντια στις οικολογικές οργανώσεις που πετούν σαύρες στα βουνά τση Κρήτης.

Ώσπου πετάγεται μια φωνή και λέει:
«Ρε σεις, κόφτε τις μαλακί€ς! Τον Ψαριανό διώξανε!»
Τον ρωτώ κι εγώ «Από πού; Απ’ το μπαρ το ναυάγιο;»
«Όχι ρε! Απ’ τη Δημάρ τον διώξανε.«
«Πες το έτσι. Γι’ αυτό σήκωσε κύμα στην παραλία! Ο Γρηγόρης έχει ρεύμα…»

Και συνεχίσαμε το μπάνιο μας, ήσυχοι τώρα πια πως ο Γρηγόρης δε θα κρύβεται πίσω απ’ τις κουρτίνες του μπουρδέλου και θα λέει πλέον περήφανα «ναι σε όλα».
Ήσυχοι επιτέλους που ο Γρηγόρης «βγήκε απ’ την ντουλάπα»…

Θρήνος της (καταν)Αλώσεως
(ποιος άνοιξε την Ψαριανόπορτα;)
Σημαίνει ὁ Θεός, σημαίνει ἡ Γῆς, σημαίνουν τὰ ἐπουράνια,
σημαίνει κι ἡ Ἁγιά-Σοφιά, τὸ μέγα μοναστήρι,
μὲ τετρακόσια σήμαντρα κι ἑξήντα δυὸ καμπάνες,
μοιρολογοῦσι τ’ ἂσωτο αὑτό μαλακιστήρι.
Ψάλλει ζερβὰ ὁ Σαμαράς, δεξιὰ ὁ Βενιζέλος,
κι ἀπ᾿ τὴν πολλὴ τὴν ψαλμουδιὰ τοῦ σπάσανε τά νεῦρα.
«Νὰ μπῶ, λες, στήν κυβέρνηση, μήν πάει και βγεῖ ὁ Τσίπρας;»
Φωνὴ τοὺς ἦρθε ἐξ οὐρανοῦ κι ἀπ᾿ ἀρχαγγέλου στόμα:
«Πάψε δελτίο τῶν Ὀκτώ, κι ἂς χαμηλώσουν τ᾿ Ἅγια,
ὁ Ψαριανός μας ἒπαψε να εἶν’ ἐπαναστάτης
γιατί ῾ναι θέλημα Θεοῦ Ποτάμι να περάσει.
Μόν᾿ στεῖλτε λόγο στὴν Ἐλιᾶ, νὰ ῾ρθοῦν τρία καράβια,
τό ῾να νὰ πάρει τὸν Χοντρὸ καὶ τ᾿ ἄλλο τὸ Σημίτη,
τὸ τρίτο τὸ καλύτερο, τόν γερο-Ψαριανό μας,
μὴ μᾶς τόν πάρουν τὰ σκυλιὰ καὶ μᾶς τόν μαγαρίσουν»!
Ὁ Ψαριανός ταράχτηκε κι ἐδάκρυσεν ἡ Τρέμη.
«Σώπασε κυρὰ Τρέμη μου, καὶ μὴ πολυδακρύζῃς,
πάλι μὲ χρόνους, μὲ καιρούς, πάλι δικιά σας θά ῾μαι».
Μαζεστίξ από τοίχο-τοίχο…